days
hours
minutes
seconds
New Year Flash Sale
Fluent by Summer 2026.

Πώς να προφέρετε τη λέξη 'cot'

cot

Noun
American
/kɑt/

ανάλυση συλλαβών

cot

Πώς οι φυσικοί ομιλητές λένε τη λέξη 'cot'

British
/kɒt/

ανάλυση συλλαβών

cot

Πώς οι φυσικοί ομιλητές λένε τη λέξη 'cot'

Οδηγός Προφοράς στα Αμερικανικά

βήματα προφοράς

  • Αρχίστε με τον ήχο /k/ όπως στην ελληνική λέξη 'κοτόπουλο'.

  • Προχωρήστε στον φθόγγο /ɑ/ όπως στην ελληνική λέξη 'αλλά'.

  • Τελειώστε με το /t/ όπως στην ελληνική λέξη 'τόνος'.

κοινά λάθη

  • cat (cat)

  • caught (caught)

  • coat (coat)

Οδηγός Προφοράς στα Βρετανικά

βήματα προφοράς

  • Ξεκινήστε με τον ήχο /k/, ίδιο με τα Αμερικανικά Αγγλικά.

  • Προφέρετε τον φθόγγο /ɒ/ που είναι πιο κλειστός, όπως σε λέξεις 'όχι'.

  • Τελειώστε με το /t/, ίδιο με τα Αμερικανικά Αγγλικά.

κοινά λάθη

  • same as American

Συχνές Ερωτήσεις

Πώς να κάνω τον ήχο /ɑ/;

Ανοίξτε το στόμα σας ευρύ και αφήστε τη γλώσσα επίπεδη.

Τι διαφροά υπάρχει στο /ɒ/;

Είναι πιο κλειστός ήχος, σαν το ελληνικό 'όχι'.

Πώς να διακρίνω το 'cot' από το 'cat';

Στο 'cot' ο φθόγγος είναι πιο βαθύς και όχι όπως στον ήχο του 'e'.

ορισμός

cot

Μικρό κρεβάτι πτυσσόμενο ή με κάγκελα για μωρά.

οικογένεια λέξεων

cottage

/ˈkɒtɪdʒ/

noun

Μικρό εξοχικό σπίτι.

Example: We stayed in a cottage.

cotton

/ˈkɒtən/

noun

Φυτικό ίνα από το φυτό βαμβάκι.

Example: The shirt is made of cotton.

cotyledon

/ˌkɒtɪˈliːdən/

noun

Πρώτη φυλλοειδής δομή του σπόρου.

Example: The cotyledon is vital for seedling growth.

Κύριες Διαφορές Προφοράς

To 'cottage' έχει διπλή συλλαβή /ˈkɒt-ɪdʒ/, ενώ το 'cot' είναι μονοσύλλαβο.

To 'cotton' έχει τον φθόγγο /ən/, ενώ το 'cot' δεν έχει.

To 'cotyledon' έχει πολλαπλές συλλαβές /ˌkɒt-ɪ-ˈliː-dən/.

Συμβουλές Ειδικών

Άσκηση θέσης γλώσσας

Ασκήστε τη γλώσσα σας χωρίς ένταση για τον ήχο /ɑ/.

Συγχρονισμός στόματος

Εξασκηθείτε να ανοίγετε και να κλείνετε το στόμα αρμονικά με τους ήχους.

Κοντινές λέξεις

Δοκιμάστε την προφορά σας σε λέξεις που έχουν ηχητικές ομοιότητες με το 'cot'

advocacy

[ˈædvəkəsi]

alley

/ˈæ.li/

associate

/əˈsoʊʃiˌeɪt/

charitable

/ˈtʃær.ɪ.tə.bəl/

charity

/ˈtʃær.ɪ.ti/

citizen

/ˈsɪtɪzən/

city

/ˈsɪti/

civic

/ˈsɪvɪk/

Άλλες κατηγορίες

Δοκιμάστε την προφορά σας σε λέξεις από άλλες κατηγορίες

adjoin

abroad

ability

agenda